"/assets/images/music/witchlymph.jpg", "height"=>200, "width"=>200}" />

Old Nick - Naive Black Metal (Grime Stone Records)

Η αθωότητα μπορεί να θεωρείται φυσιολογική, θεμιτή και να θαυμάζεται στην παιδική ηλικία, αλλά πέραν των ορίων αυτής αντιμετωπίζεται (τουλάχιστον στον σύγχρονο κόσμο) ως μια σχεδόν γκροτέσκα πινελιά παραφωνίας στον καμβά της ενήλικης σοβαρότητας και προβλέψιμης συμπεριφοράς, εκεί που η ειρωνεία, η δυσπιστία και το πυκνό στοίβαγμα νοημάτων θεωρούνται αρετές. Ορισμένα χαρακτηριστικά της αθωότητας (σε κάποια από τα οποία οφείλεται και η υπερβατική της φύση – βλέπε από τον τρελό του χωριού και της Αυλής μέχρι τον πράκτορα Κούπερ στο Twin Peaks) είναι η βύθιση στον πηγαίο θαυμασμό, η όσο δυνατόν πιο αδιαμεσολάβητη εμπειρία, η μη άμβλυνση του συναισθήματος του θαυμαστού απέναντι στον κόσμο, ο περιορισμός κατηγοριοποίησεων (και εκ τούτου η αποφυγή της τετριμμενοποίησης), η εξωτερίκευση συναισθημάτων με μια σχεδόν απίθανη ειλικρίνεια, η απλότητα.

Οι Αμερικανοί Old Nick παίζουν black metal με αξιοθαύμαστη αθωότητα. Συγκεκριμένα, μπλέκουν ωμό καβουρδιστό black metal ήχο (που αχνοθυμίζει Les Legions Noires) με απλές μελωδίες υφής Casio αρμονίου (παιγμένες τόσο σε πλήκτρα όσο και σε κιθάρες) που βρίθουν ενθουσιασμού και παραμυθένιας φύσης – έτσι δημιουργούνται μικρές μονάδες (τα περισσότερα κομμάτια είναι κάτω από τα 4 λεπτά, ενώ οι κυκλοφορίες κινούνται στα 15 με 20 λεπτά) που λειτουργούν ως παράθυρα προς το παράλογα θαυμαστό.



Το συγκρότημα έχει προφανώς πολλά κοινά με το dungeon synth ύφος όσον αφορά τον τρόπο χρήσης της μελωδίας και των πλήκτρων, διατηρώντας όμως μια πολύ πιο ενεργητική κινησιολογικά συνθετική στάση. Επίσης δεν αντιτίθεται τελείως στη μακρόσυρτη μαυρομεταλλική φύση (όπως πχ. στο Cacophonous Mandrake Horde όπου σκαρώνει ένα faux black metal riff πάνω σε μια παραμυθένια μελωδία). Άλλες φορές πάλι παρεμβάλει κάποια αλλόκοτα μέρη στη ροή, για να φτιάξει παραφωνίες αντάξιες των μαγισσών του παραμυθιού (οι σχεδόν video game ανάσες στο The Saint of Blood ή οι στριγκές αιωρήσεις στο A Haunting in York). Σε κάθε περίπτωση, οι συνθέσεις έχουν αέρα αμεσότητας και ατημέλητη φύση – κάτι που επιβεβαιώνει σε συνέντευξή του ο ευθυνών νους, που μιλάει για ιμπρεσιονιστική νοοτροπία συγγραφής.

Αθωότητα δεν σημαίνει αφέλεια ή έλλειψη κατεργαριάς – το αντίθετο, μάλιστα, το παιχνίδι ανάγεται σε εγγενές στοιχείο της αλληλεπίδρασης με τον κόσμο. Έτσι, η μουσική των Old Nick διακατέχεται από μια παιχνιδιάρικη ατμόσφαιρα, τόσο με τις προαναφερθείσες παρεμβολές στη ροή, όσο και με τις γενικότερη αδιαφορία για τις συναισθηματικές νόρμες ενός σοβαροφανούς black metal. Η φαιδρότητα και η καλή διάθεση που αναβλύζει ο δίσκος είναι κάτι που ένας ενήλικας μπορεί να θεωρούσε ειρωνική στάση· οι Old Nick όμως δεν απευθύνονται σε ενήλικες ματιές του κόσμου.


Οι τίτλοι των κομματιών είναι εξίσου άμεσοι και αδιαμεσολάβητοι με τις συνθέσεις: Witch Lymph, Castle of Spiders, Vampyric Candle, The Spell of Spoiled Bread. Έχουμε να κάνουμε με συγκεκριμένα πράγματα και όχι αφηρημένες έννοιες. Εδώ είναι μέρη που μπορείς να επισκεφτείς, πλάσματα που μπορείς να συναντήσεις, αντικείμενα που μπορείς να χρησιμοποιήσεις – όλα κινούμενα σε μια εξαιρετική εικονογραφία που αντλεί από την παραδοσιακή μαγεία και από τις λαϊκές δοξασίες. Εδώ είναι μαγεία και θρύλοι που έχουν να κάνουν πλήρως με τον εδώ κόσμο και όχι με άλλες πραγματικότητες (εσωτερικές ή υπερβατικές). Δυστυχώς δεν υπάρχουν καταγεγραμμένοι οι στίχοι.

Η αισθητική των Old Nick είναι άκρως ιδιαίτερη και γοητευτική, με χρήση κολάζ και παράτολμων χρωμάτων (σε μονοχρωματικές και μη παλέτες), με ενσωμάτωση φολκλορικών μοτίβων (οι πλεξούδες από σκόρδα στο Witch Lymph, τα συστατικά του χρίσματος της πτήσης στο Flying Ointment), με πορτρετικό και κασετικό στήσιμο. Μόνη παραφωνία το εξώφυλλο του μοναδικού έως τώρα full-length, Forest of Grief όπου υπάρχει ένα πιο καθαρά μαυρομεταλλικό ασπρόμαυρο σκίτσο. Το δε λόγκο παραμένει λειτουργικότατο στις τρεις πρώτες κυκλοφορίες. Έπειτα παλαντζάρει σε κάθε επόμενο έργο, αποκαλύπτοντας χαμαιλεοντική φύση.


Όσον αφορά τις έξι(!) φετινές κυκλοφορίες τους, οι δυο πρώτες (Witch Lymph, Flying Ointment) είναι αυτές στις οποίες το στυλ της μπάντας αποκρυσταλλώνεται στην πρωτόλεια, πολύ ενδιαφέρουσα και ίσως πιο αλαφροΐσκιωτη μορφή του. Το full-length (Forest of Grief) έχει τις αντικειμενικά καλύτερες συνθέσεις, ενώ τα τρία επόμενα EP (Curse Of The Lock Master, Witch Of The Northern Vill, Haunted Loom​!​!) συνεχίζουν στην μικρή και μάλλον πιο εύληπτη φόρμα των προκατόχων τους, με περαιτέρω όξυνση της αλλοκοτιάς. Προτείνεται η χρονολογική ακρόαση των EP, με αντιμετώπιση του full-length ως έτερη οντότητα.

Η μουσική των Old Nick ακούγεται ιδιότροπη και αθώα, ίσως και αφελής. Η ψυχή της όμως είναι αρκετά έντονη ώστε να δημιουργεί ευχάριστες ρωγμές παραφωνίας στον κόσμο του σήμερα. Δίχως να βαρύνεται από τα δεσμά της σοβαρότητας (πόσο μάλλον της σοβαροφάνειας) η έως τώρα παραγωγή τους είναι μια όαση που θα ξεδιψάσει όσους ανακάλυψαν στο black metal ένα καταφύγιο από την κυρίαρχη πραγματικότητα αλλά και ένα όπλο ενάντια σε αυτήν.


Aesthetical and spiritual relative: Nuit Noire - Lunar Deflagration

25 Jul 2020


Tags: black metal   USA   2020
Industries of Inferno, 2020   
About    RSS